Η κουρτίνα και το αεράκι: «Summer Breeze»

 

Μια στιγμή, που όλοι έχουμε ζήσει:  μεσημέρι καλοκαιριού, τα παράθυρα ανοιχτά, τα παντζούρια μισόκλειστα και από μέσα να κρέμεται η κουρτίνα. Συνήθως έχουμε ξαπλώσει για την καθιερωμένη σιέστα και διάχυτη τριγύρω η αυχμηρή ζέστη του καύσωνα. Και ξαφνικά έρχεται απέξω μια πνοή ανέμου, ένα αεράκι ευεργετικό, που σηκώνει ανάλαφρα την κουρτίνα και μας δροσίζει. Για λίγο αισθάνεται κανείς μια τριπλή απόλαυση: στο μάτι την κίνηση της κουρτίνας, σιωπηλή και γεμάτη χάρη, στο σώμα τη δροσιά από το αεράκι και στο μυαλό την πνευματική αίσθηση ότι ναι, υπάρχει ελπίδα και ότι κάθε δύσκολο πράγμα μπορεί ξαφνικά να πάει προς το καλύτερο. Αν μάλιστα η πνοή του ανέμου φέρει απέξω και τη μυρωδιά του γιασεμιού, τότε μιλάμε για ένα μικρό θαύμα, από αυτά που συχνά συμβαίνουν γύρω μας και ούτε καν τα προσέχουμε.

curtain - Αντιγραφή

Κάθε φορά που μου τυχαίνει η σκηνή αυτή, σχεδόν αυτόματα, μου έρχεται στο νου το ίδιο πάντα τραγούδι: το «Summer Breeze» («Καλοκαιρινό Αεράκι»), που την περιγράφει ακριβώς. Γράφτηκε πριν από 45 ολόκληρα χρόνια, το 1972. Είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα καλοκαιρινά τραγούδια όλων των εποχών και έχει γνωρίσει πάμπολλες διασκευές μέχρι σήμερα. Το συγκρότημα, που το συνέθεσε και το τραγούδησε, ήταν το ντουέτο Seals and Crofts, ένα συγκρότημα ελάχιστα γνωστό έξω από τον κύκλο όσων ασχολούνται με το ακουστικό ροκ της δεκαετίας του ’70 όπως η αφεντιά μου.

large

Οι Seals and Crofts αποτελούνταν από τους Jim Seals και Dash Crofts, με καταγωγή από το Τέξας και οι δύο. Στη δεκαετία του ’70 υπήρξαν από τους κύριους εκφραστές του ακουστικού ροκ και της μίξης του με την κάντρι. Κυκλοφόρησαν συνολικά 15 άλμπουμ, τα περισσότερα από τα οποία είχαν μεγάλη επιτυχία καλλιτεχνική και εμπορική. Ο Jim Seals είναι αδελφός του Dan Seals, που πέθανε το 2009 και ήταν ο ένας εκ των δύο στο επίσης πολύ πετυχημένο ντουέτο του ίδιου μουσικού χώρου «England Dan and John Ford Coley», ένα συγκρότημα που αγαπώ ιδιαίτερα. Τα τραγούδια των Seals and Crofts είναι λυρικά, ευρηματικά σε στίχους και φτιαγμένα να γίνουν επιτυχίες, όπως και συνέβη στην εποχή τους για τα περισσότερα από αυτά. Αποτυπώνουν την αθωότητα μιας εποχής μετά το Γούντστοκ και πριν το ξέσπασμα της επόμενης έκρηξης του πανκ, φυσικά με έντονη επιρροή από την κάντρι, που είναι η μήτρα πολλών σπουδαίων μουσικών ειδών του 20ου αιώνα.

seals-crofts-clipping-portrait-small
Jim Seals (αριστερά) και Dash Crofts

Τι απέγιναν οι Seals and Crofts άραγε; Και οι δύο εδώ και πολλά χρόνια έχουν προσχωρήσει στη θρησκεία Μπα’χάι και είναι ενεργά μέλη της πίστης αυτής. Πρόκειται για θρησκεία, που ξεκίνησε από τη Μέση Ανατολή το 19ο αιώνα και συνδυάζει στοιχεία από το το Ισλάμ, το Χριστιανισμό και τον Ιουδαϊσμό και έχει ως κεντρική της επιδίωξη την ενότητα των ανθρώπων και την ειρήνη. Σήμερα ο Jim Seals ζει στο Τέξας και ο Dash Crofts σε μια φυτεία καφέ στην Κόστα Ρίκα.  Όπου και να βρίσκονται, προσωπικά τους ευγνωμονώ για τα πολύ όμορφα τραγούδια τους και φυσικά το «Summer Breeze», το απόλυτο σάουντρακ για τη μαγική στιγμή, που το αεράκι φυσάει την κουρτίνα…

Advertisements

Μουσικοί Παράδεισοι «εν ανεπαρκεία»

Η ψηφιακή εποχή, στην οποία έχουμε εισέλθει εδώ και σχεδόν 20 χρόνια έχει αλλάξει δραματικά τον τρόπο ζωής και τις συνήθειες σε όλο το φάσμα.  Τίποτε δεν έχει μείνει ανεπηρέαστο. Όπως σε όλες τις σαρωτικές αλλαγές πέρα από τα «καλά», που ενδεχομένως προκύπτουν, υπάρχουν και παράπλευρες απώλειες, συνήθως αρκετές, καθώς το γύρισμα της σελίδας της ιστορίας πάντοτε συνεπάγεται αλλαγή ή απώλεια ρόλου για κάποιους. Ένας από τους τομείς που εμφανέστατα έχουν επηρεαστεί είναι η μουσική και ο κινηματογράφος. Η τεχνολογία της συμπίεσης των αρχείων ήταν το κρίσιμο γεγονός για να ανατραπεί εντελώς ο τρόπος με τον οποίο ο τελικός ακροατής ενός μουσικού έργου και ο τελικός θεατής μιας ταινίας βιώνουν τα αγαπημένα τους έργα τέχνης. Κάνοντας ένα γρήγορο πέρασμα από το χώρο του κινηματογράφου, εκτός από το δραστικό περιορισμό των ανεξάρτητων κινηματογραφικών αιθουσών και την αντικατάστασή τους από τα multiplex, έχει αλλάξει και η εμπειρία, η τελετουργία της κινηματογραφικής θέασης. Κύρια έκφανση της αλλαγής αυτής είναι  είναι κατά τη γνώμη μου η κατάργηση του διαλείμματος στη μέση της ταινίας. Τώρα πια η ταινία προβάλλεται μονοκόμματη. Έτσι δεν έχεις την ευκαιρία να τα πεις με την παρέα σου σχετικά με το πως τους φαίνεται η ταινία, να πεταχτείς μέχρι το μπαρ και φυσικά μέχρι το WC… Ήταν πολύ ενδιαφέρον πέρυσι το Μάρτιο όταν βρεθήκαμε με τα παιδιά μου στην Κέρκυρα, όπου λειτουργεί ο θαυμάσιος κινηματογράφος «Ορφεύς» και πήγαμε να παρακολουθήσουμε μια ταινία. Έκανε διάλειμμα !!! και αναγκάστηκα να απαντήσω στις ερωτήσεις των παιδιών και να τους εξηγήσω τη διαδικασία της κινηματογραφικής θέασης, όπως γινόταν παλιά. Αλλά και η μουσική έχει γίνει αγνώριστη. Downloading, streaming, MP3’s και κάθε λογής εφεύρεση έβγαλαν με συνοπτικές διαδικασίες από τη μέση το φυσικό προϊόν δηλαδή το CD και φυσικά τα παλαιότερα μέσα: δίσκο βινυλίου και κασέτα. Τώρα πια σε ένα USB stick κρεμασμένο μαζί με τα κλειδιά μας όλοι μας  κουβαλάμε παντού χιλιάδες τραγούδια, τόσα που σε άλλες εποχές θα γέμιζαν πάμπολλα ράφια και ντουλάπες ως δίσκοι. Ωραία, ευκολία, πολιτισμός, εξέλιξη. Όμως εμένα κάτι μου λείπει ή μάλλον πολλά μου λείπουν και νομίζω σε πολλούς μουσικόφιλους.

tumblr_mc0ya6ni151qa6un1o5_1280

Η αίσθηση του φυσικού προϊόντος της μουσικής είναι σχεδόν φετιχιστική. Το βινύλιο με το μεγαλόσχημο τετράγωνο χαρτονένιο εξωτερικό φάκελλο, τη διάφανη εσωτερική θήκη και φυσικά τα   υπέροχα εξώφυλλα, πραγματικά έργα τέχνης. Πιο μέσα ο ίδιος ο δίσκος, με τα αυλάκια του που γυρνούσαν αρμονικά πάνω στο πικάπ.

vintage1turntable

Η κασέτα πάλι χρησιμοποιούνταν πιο πολύ για «συλλογές-ιδιοκατασκευές», το λεγόμενο «home-taping», αρκετοί όμως όπως η αφεντιά μου διατηρούσαν συλλογή κασετών αντί για βινύλια. Το μικρό κουτάκι της κασέτας, άλλη μαγεία… Θυμάστε ότι έπρεπε να αλλάζεις πλευρά όταν τελείωνε η Α και έπρεπε να τη γυρίσεις στη Β. Θυμάστε επίσης τι γινόταν όταν το κασετόφωνο «μασούσε» την ταινία… ολόκληρες πατέντες για τη συγκόλληση.

cassette-001

Στο χαρτάκι του εξωφύλλου οι τίτλοι των τραγουδιών απέξω αλλά και στο εσωτερικό και πάνω στο κέλυφος αυτοκόλλητο με τον τίτλο του περιεχομένου.

Τέλος το CD, μικρογραφία του βινυλίου, με ήχο πιο επίπεδο, πιο λουστραρισμένο, πιο άψυχο σε σχέση με τα άλλα δύο μέσα που προαναφέρθηκαν. Στις επιμελημένες εκδόσεις των CD εξαιρετικά εξώφυλλα και βιβλιαράκια στο εσωτερικό με στίχους, πληροφορίες, φωτογραφίες, ένας μικρός θησαυρός…

diskopoleia-ypogeio-570

Μιλώ προσωπικά, αλλά νομίζω ότι ισχύει για πολλούς: αν μου ζητούσαν να προσδιορίσω κάποια μέρη ως επιγείους παραδείσους ανθρωπίνης προελεύσεως θα έλεγα χωρίς δισταγμό τα βιβλιοπωλεία και τα δισκοπωλεία. Και ενώ βιβλιοπωλεία περνούν δύσκολες εποχές και κλείνουν το ένα μετά το άλλο, έχουν όμως μια μεγαλύτερη αντοχή να επιδείξουν σε σχέση με τα δισκοπωλεία, που έχουν κυριολεκτικά αποψιλωθεί. Σε όλη τη χώρα δεν πρέπει να ξεπερνούν τα 100 σήμερα… Χώροι απόλυτης μαγείας τα δισκοπωλεία. Μια μικρή βιωματική αναδρομή λέω να επιχειρήσω και όποιος θέλει ας ακολουθήσει, κάνοντας και ο ίδιος την ανάλογη δική του.

Είχα την τύχη να ζήσω τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα της δεκαετίας του ΄80. Τα δισκοπωλεία (δισκάδικα) αμέτρητα και ολοζώντανα. Σε φάσεις αργόσχολες τα έπαιρνα με τη σειρά στον άξονα Ομόνοια-Σύνταγμα (και τις Κυριακές Μοναστηράκι για τα μεταχειρισμένα…). Τα σκήπτρα κατείχε η οδός Πανεπιστημίου. H αναφορά είναι ενδεικτική και η μνήμη (αναπόδραστα) επιλεκτική.  Ξεκινώντας από κάτι απίθανες στοές γύρω από την Ομόνοια, όπου έβρισκες εξωπραγματικά για την εποχή πράγματα, αμερικάνικα bootlegs, υπερ-σπάνιες κασέτες και άλλα τέτοια καλούδια. Ιδιαίτερη μνεία φυσικά στη Στοά Φέξη επί της Πατησίων.

%cf%84%ce%b6%ce%b9%ce%bd%ce%b1-791x960

Ανεβαίνοντας δεξιά κυριαρχούσε το θρυλικό δισκάδικο της Τζίνας, που άντεξε μέχρι πρόσφατα, οπότε ανακοινώθηκε το κλείσιμό του. Η κυρία Τζίνα, επιβλητική παρουσία με ξανθό περιποιημένο μαλλί, πάντα πρόθυμη να σου βρει ότι έψαχνες, διατηρούσε  εκτός από το κατάστημα και δισκογραφική εταιρεία τη «Tzina Records», στην οποία είχαν ηχογραφήσει σημαντικά ονόματα του ποιοτικού αλλά και του … λιγότερο ποιοτικού τραγουδιού. Συνεχίζοντας την άνοδο προς το Σύνταγμα στη στοά Πεσματζόγλου, το δισκοπωλείο που έστησε ο Νίκος Ξυλούρης και κρατούσε για πάνω από 30 χρόνια, νομίζω έως και σήμερα η σύζυγός του Ουρανία. Για εμένα όμως ο «ναός» ήταν το «Music Corner» στη γωνία Πανεπιστημίου και Ιπποκράτους. Ακόμη με θυμάμαι να χαζεύω και να «ζαχαρώνω» στη φροντισμένη βιτρίνα του το «Waiting For Colombus» των Little Feat…  Έχω περάσει ατελείωτες ώρες στο υπόγειο αυτού του μαγαζιού, ψαχουλεύοντας τους αμύθητους θησαυρούς του. Αναρωτιέμαι τι να κάνει η κυρία Μαρία Μπουρτζίκου, η αεικίνητη ψυχή του μαγαζιού, που το κρατούσε μαζί με τα παιδιά της. Ακόμη, το Jazz-Rock κοντά στη Νομική, το δισκοπωλείο των Αδελφών Φαληρέα στη Σκουφά στο Κολωνάκι, όπου χρόνια αργότερα υπήρξε το πολύ ενδιαφέρον «Multi-Culti» με ειδίκευση στις μουσικές του Τρίτου Κόσμου. Στην οδό Νίκης, το ιστορικό «Music Box» του πρωτοπόρου στην ελληνική μουσική βιομηχανία Μάρτεν Γκεζάρ.

%ce%bc%ce%b9%ce%bf%cf%85%ce%b6%ce%b9%ce%ba-%ce%bc%cf%80%ce%bf%ce%be-769x960

Ακόμη μικρό αλλά πολύ ζεστό και ενημερωμένο ήταν το τμήμα μουσικής, που διέθετε το πολυκατάστημα ΜΙΝΙΟΝ και καταστράφηκε ολοσχερώς από τον εμπρησμό του 1980. Ειδική μνεία για το κατάστημα της στοάς ΟΠΕΡΑ με ειδίκευση στην κλασσική μουσική και την όπερα, που ακόμη επιμένει. Είναι άπειρα, δεν τα θυμάμαι όλα, καθώς πολλά μικρά δισκάδικα υπήρχαν και στις περιφερειακές του Κέντρου περιοχές. Δεν θα ξεχάσω το μικρό μαγαζάκι στου Ζωγράφου, εκεί που αγόρασα το «Dark Side Of The Moon» των Pink Floyd. Στη Θεσσαλονίκη, όποτε ανέβαινα, σταθερή αξία είναι μέχρι σήμερα το «Stereodisc» στην Πλατεία Αριστοτέλους, πλούσιο, ψαγμένο, πρωτοποριακό και με άποψη. Η Θεσσαλονίκη είχε πάμπολλα εξαιρετικά δισκάδικα, από τα οποία αναρωτιέμαι πόσα έχουν μείνει ακόμη.

diskopoleia-mr-vinylios-570

Τα δισκάδικα της πόλης μου είναι οι τόποι που γενιές ολόκληρες γνωρίσαμε και προσεγγίσαμε τη μουσική, σε όλο της το φάσμα. Με τη βοήθεια του καλού φίλου μου και δισκοπώλη Θωμά Νικολίτσα, προσπάθησα να ανασυνθέσω το παρελθόν των δισκάδικων των Ιωαννίνων. Πάσα προσθήκη δεκτή και εκ προοιμίου συγγνώμη εάν ξέχασα κάποιο, από αυτά τα  τόσο αγαπημένα μας μαγαζιά.

Εξέχουσα θέση για πολλά χρόνια μέχρι το 1992, οπότε έκλεισε, είχε το κατάστημα του Άγγελου Κώτση στην οδό 28ης Οκτωβρίου, αριστερά λίγο μετά τη διασταύρωση με την οδό Χ.Τρικούπη. Ήταν το πιο μεγάλο, το απόλυτα ενημερωμένο δισκοπωλείο των Ιωαννίνων. Προσωπικά χαιρόμουν εκτός από το εσωτερικό και τη βιτρίνα του. Πολύ συχνά στη βιτρίνα ήταν αναρτημένα όλα τα εξώφυλλα των δίσκων από ένα συγκεκριμένο καλλιτέχνη ή συγκρότημα, ολόκληρη σχεδόν η δισκογραφία του. Θυμάμαι πόση εντύπωση μου είχε κάνει η βιτρίνα με την πλήρη δισκογραφία των Jethro Tull και τα υπέροχα εξώφυλλα. Όλη η σύνθεση της βιτρίνας ήταν έργο τέχνης από μόνη της. Μια προσωπική ανάμνηση σημαντική κρατώ από το μικρό κατάστημα του Απόστολου Μαράβα στο σημερινό πεζόδρομο της Μουλαϊμίδου. Εκεί αγόρασα τους δύο πρώτους δίσκους της συλλογής μου: Το «Book Of Dreams» του Steve Miller και το «A Kind of Hush» των Carpenters. Το επίσης μικρό και ζεστό κατάστημα του Λευτέρη Μακρή δίπλα στην είσοδο του κτιρίου της Ε.Η.Μ., είχε με θαυμαστό τρόπο συγκεντρώσει στο λιγοστό του χώρο μόνο ποιοτικά πράγματα από το ελληνικό και ξένο ρεπερτόριο. Μιας και βρισκόμαστε εκεί κοντά στην οδό Αβέρωφ, ειδική μνεία πρέπει αν γίνει στα πολύ παλιά δύο καταστήματα των αδελφών Μάρκου. Το ένα του Βασίλη Μάρκου επί της οδού Αβέρωφ με ειδίκευση στο λαϊκό και δημοτικό ρεπερτόριο, ενώ το άλλο του Κώστα Μάρκου στη στοά που ενώνει την Αβέρωφ με την Κωλέττη με έμφαση στη λαϊκή δισκογραφία. Από τα καταστήματα δίσκων με αμιγώς ελληνικό ρεπερτόριο θυμάμαι αυτό του Θανάση Παρασκευά στην αρχή της οδού Κ.Φρόντζου και του Παύλου Μάντζιου στη συμβολή Κάνιγγος και Ανεξαρτησίας.

i31-960x640

Ιδιαίτερα πρωτοποριακό για την εποχή του ήταν το Video-Bar της Στοάς Ορφέα. Ένας συνδυασμός δισκοπωλείου και μπαρ, στο οποίο αντί για μουσική προβάλλονταν σε οθόνες μουσικά βιντεο-κλιπ. Το κατάστημα αυτό ανήκε στους αδελφούς Τάκη και Μάκη Οικονόμου και έκλεισε το 1993. Για πολλά χρόνια επίσης το κατάστημα του Σπύρου Κυριμκυρίδη ήταν γνωστό για τα ηχοσυστήματά του, διατηρούσε όμως και τμήμα πώλησης δίσκων, στην αρχή της 28ης Οκτωβρίου. Μακρόβιο υπήρξε και το πασίγνωστο δισκάδικο του συμμαθητή μου Άκη Λιόλιου («Il Disc’ Akis») φυσικά στη Ν.Ζέρβα 2. Σημείο αναφοράς για κάποια χρόνια και το κατάστημα του Θόδωρου Γαλανόπουλου στο σημερινό πεζόδρομο της Γρηγορίου Σακκά. Απέναντι από την Ακαδημία στη Δωδώνης υπήρχε το δισκάδικο του Λευτέρη Πανταζή (όχι του Λε-Πα, απλή συνωνυμία), που μου άρεσε ιδιαίτερα γιατί έφερνε δίσκους soul που δεν έβρισκες αλλού και ήταν η αδυναμία μου.  Τρία δισκάδικα πιο περιφερειακά ήταν το W.O.M (World Of Music) του Θοδωρή Πασχάλη, κάτω από το Δικαστικό Μέγαρο, του Φίλιππα Ράπτη στην προέκταση της Μιχ.Αγγέλου προς το γήπεδο και του Λάκη Καρακίτσου ψηλά στη Ν.Ζέρβα. Αξέχαστο θα μείνει σε όσους το είχαν επισκεφθεί στο μικρό διάστημα που λειτούργησε στα μέσα της δεκαετίας του ’80 το κατάστημα του Τάκη Παπαδημητρίου στην οδό Πουλίτσα. Ότι πιο πρωτοποριακό και ψαγμένο υπήρχε θα το έβρισκες εκεί. Ο καλός μου φίλος και σπουδαίος dj Διαμάντης Καμπαλώνης έστησε ένα μικρό αλλά θαυμάσιο δισκάδικο στο σημερινό πεζόδρομο της Μιχ.Αγγέλου. Πολλά από τα μοναδικά κομμάτια της συλλογής μου προέρχονται από το Nova Records του Διαμάντη. Είχες την εντύπωση ότι κάθε δίσκος που υπήρχε εκεί ήταν αποτέλεσμα εξαντλητικού ψαξίματος πριν εκτεθεί για πώληση.

151027_EM_records

Όλα αυτά τα δισκάδικα αποτελούν πια παρελθόν. Σήμερα υπάρχουν αν δεν κάνω λάθος μόνο τέσσερα (4) καταστήματα δίσκων στα Ιωάννινα και το τμήμα γνωστού πολυκαταστήματος για το οποίο όμως δε θεωρώ ότι μπορεί να συμπεριληφθεί εδώ. Το Beatnik στην οδό Ανεξαρτησίας, κοντά στο Γυαλί-Καφενέ, που έχει κυρίως βινύλια και μουσικά όργανα. Ομολογώ ότι δεν το έχω επισκεφθεί αλλά έχω την αίσθηση ότι πρόκειται για αξιόλογη προσπάθεια. Ο φίλος μου Λεωνίδας Βαταβάλης άνοιξε στην οδό Κάνιγγος 2γ το «Real Thing». Βαθύς γνώστης του ροκ ο Λεωνίδας έχει εξαιρετικό γούστο και σε άλλα είδη μουσικής και μπορεί να σε κατευθύνει. Το κατάστημά του έχει επίσης αρκετά  γκάτζετς και rock memorabilia. To «Rock Shop» του Θοδωρή Μαντζούρη συνεχίζει σε μικρότερο χώρο στον πεζόδρομο της Μουλαϊμίδου. Στην προηγούμενη θέση του στη Βλαχλείδη ήταν για πολλά χρόνια συνώνυμο της ποσότητας και ποιότητας. Είχε άπειρα πράγματα, που ήθελες χρόνο να … σκάψεις κυριολεκτικά για να τα βρεις. Τέλος, το αγαπημένο όλων των μουσικόφιλων της πόλης «Music Shop Giorgio», που ξεκίνησε το 1987 στη Στοά Νικολάτου για να μεταφερθεί το 1995 στη Στοά Ορφέα όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα. Ο Γιώργος και ο Θωμάς Νικολίτσας έστησαν αυτό το δισκάδικο με πραγματική αγάπη και μεράκι. Βαθύτατοι γνώστες της δισκογραφίας και συλλέκτες οι ίδιοι, καταλάβαιναν τον  κάθε πραγματικό συλλέκτη μουσικής. Ο Γιώργος έφυγε πριν από λίγα χρόνια για ψηλά και ο Θωμάς συνεχίζει πάντα με την ίδια αγάπη για τη μουσική. Τεράστια ποικιλία δισκογραφίας και προσωπική φιλική εξυπηρέτηση από το Θωμά στο μέγιστο βαθμό. Ένα πραγματικό σχολείο πολιτισμού, χωρίς υπερβολή.

42526_1

Οι εποχές αλλάζουν, κάποιες αξίες όπως η αγάπη για τη μουσική όμως πρέπει να παραμένουν σταθερές. Πέρα από τα χιλιάδες MP3 που όλοι  έχουμε στη μνήμη των υπολογιστών, νομίζω πως αξίζει να προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε τη μουσική μέσα από το φυσικό προϊόν. Γι’αυτό, περάστε από όσα δισκοπωλεία έχουν απομείνει και συνεχίζουν. Η εποχή έχει αλλάξει, η μαγεία όμως του δισκάδικου είναι πάντα ανεκτίμητη !!!

O ερωτευμένος νταλικιέρης – «Willin'»

Little Feat – «Willin'»

Ο άνεμος με έχει ξεσκίσει, το χιόνι με παρασέρνει, έχω πιεί και είμαι βρώμικος, αλλά ακόμη θέλω… Χθες αργά το βράδι στο δρόμο σε έβλεπα σε κάθε φανάρι αυτοκινήτου που συναντούσα. Τι στο καλό γράφει η πινακίδα «Ντάλλας»; ή το όνομά σου, «Alice» ; Το χιονόνερο με χτυπάει αλύπητα, ο άνεμος συνεχίζει να φυσά δυνατά κι εγώ έχω μια καταιγίδα μέσα στο κεφάλι μου. Ο ήλιος με ψήνει κάθε φορά που πάω στο Μεξικό κουβαλώντας λαθραία μετανάστες και «χόρτο». Πέρασα από πόλεις, που δεν τις ξέρει ούτε ο Θεός, προσπαθώντας να αποφύγω την Τροχαία. Από το το Τούσον της Αριζόνα στο Τουκουμκάρι στο Νέο Μεξικό κι από εκεί στο Τεχατσάπι στην Καλιφόρνια και στο Τόνοπα στη Νεβάδα, αλλά ακόμη θέλω… Αν μου δώσεις «χόρτο», χάπια και κρασί και μου κάνεις ένα σήμα τότε θα θέλω νάρθω κοντά σου.

Το πιο εμβληματικό τραγούδι του δρόμου, ο ύμνος των νταλικιέρηδων στην Αμερική είναι το «Willin'» των Little Feat. Το συγκρότημα αυτό δεν έγινε ποτέ ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα. Κεντρική μορφή του ο περίφημος κιθαρίστας, τραγουδιστής και συνθέτης Λόουελ Τζόρτζ (Lowell George). Ένας μουσικός απίστευτα προικισμένος με ταλέντο και έμπνευση, έδωσε μαζί με του συγκρότημά του μια σειρά από καταπληκτικούς δίσκους στη δεκαετία του ’70. To συγκεκριμένο τραγούδι, σύνθεση του Λόουελ Τζόρτζ βρίσκεται και στους δύο πρώτους δίσκους τους. Στον πρώτο που έχει τίτλο το όνομα του συγκροτήματος (1970) η εκτέλεση είναι κάπως χλιαρή και άνευρη. Ίσως γι’αυτό το επανέλαβαν βελτιωμένο στον δεύτερο δίσκο τους «Sailing Shoes» (1972), ένα απίστευτο ροκ αριστούργημα, που από την πολλή ακρόαση το έχω μάθει απέξω….

%cf%83%ce%b1%ce%b9%ce%bb%ce%b9%ce%bd%cf%83%ce%b7%ce%bf%ce%b5%cf%83
Το εξώφυλλο του «Sailing Shoes» των Litte Feat, έργο του περίφημου γραφίστα Neon Park (1972)

Όλα τα εξώφυλλα των δίσκων των Little Feat, σχεδιασμένα από το γραφίστα Neon Park ήταν  σε ύφος κόμικς, αρκούντως σουρρεαλιστικά, με διάφορα «ανθρωπόμορφα όντα και αντικείμενα», όπως μια τούρτα που κάνει κούνια, μια τομάτα που ξεκουράζεται σε μια αιώρα, μια πάπια σε μια ξαπλώστρα πισίνας και πολλά άλλα… Όσο για τη μουσική, τα είπαμε, το ένα άλμπουμ καλύτερο από το άλλο. Αυτά μέχρι το 1979, οπότε ο Λόουελ Τζόρτζ πέθανε από καρδιακή προσβολή. Οι υπόλοιποι -σπουδαίοι μουσικοί όλοι τους- συνεχίζουν μέχρι σήμερα αξιοπρεπέστατα, χωρίς όμως να έχουν πιάσει το δημιουργικό ζενίθ που έφτασαν επί εποχής Λόουελ Τζόρτζ.

maxresdefault
Little Feat (καθιστός ο Λόουελ Τζόρτζ)

Για να επανέλθουμε στο «Willin'», το τραγούδι το είχε γράψει ο Λόουελ Τζόρτζ, όταν ήταν μέλος στο ξακουστό (και ανήκουστο) πρωτοποριακό συγκρότημα των Mothers of  Invention του μεγάλου Φρανκ Ζάππα. Ο Ζάππα λέγεται ότι δεν το ηχογράφησε ποτέ εξαιτίας της αναφοράς του στα ναρκωτικά και πιθανόν αποτέλεσε την αφορμή για να διώξει κλωτσηδόν το Λόουελ Τζόρτζ από το συγκρότημα.

lowell
Lowell George (1945-1979)

Οι εκτελέσεις του «Willin'» είναι αμέτρητες. Εκτός από το αξεπέραστο πρωτότυπο, αγαπώ ιδιαίτερα την εκτέλεση της Λίντα Ρόνσταντ. Αυτή διάλεξε και ο Τζέημς Κάμερον για να σκαρώσει μια υπέροχη σκηνή από την ταινία του «Άβυσσος» (1989). Ο Έντ Χάρρις, η Κίμπερλι Σκοτ και ο Τοντ Γκραφ κατεβαίνουν κεφάτοι με το βαθυσκάφος στην άβυσσο του ωκεανού (τι νταλίκα τι υποβρύχιο…) τραγουδώντας φυσικά… «Willin'» !!!

Τρία ευχαριστώ για το μουσικό «ευ ζην»

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, στους οποίους χρωστάμε το «ευ ζην».  Άνθρωποι που μας ανοίγουν δρόμους, μας παρέχουν ουσιαστική γνώση,  μας διαμορφώνουν την προσωπικότητα και το σπουδαιότερο απ’ όλα: μας εμπνέουν να αγαπάμε πράγματα εφ’ όρου ζωής.  Χωρίς περισσότερο πρόλογο, είναι τιμή μου,  που οφείλω το «μουσικό ευ ζην» μου, καθώς και τις εις το διηνεκές ευχαριστίες μου γι’αυτό, στους τρεις εξαιρετικούς κυρίους, που ακολουθούν:

Γιάννης Πετρίδης

Γιάννης Πετρίδης:  Όταν σε ηλικία 14 ετών ένα μεσημέρι άνοιξα το ραδιόφωνο και έπεσα πάνω στο «Ποπ Κλαμπ» του Γιάννη Πετρίδη, που είχε αφιέρωμα στους Μπητλς, ένιωσα ότι από εδώ και πέρα η ζωή μου θα ήταν διαφορετική. Ο Πετρίδης είχε τότε μόλις ξεκινήσει στην ΕΡΤ την εκπομπή του αυτή, όντας επιλογή του Μάνου Χατζιδάκι, διευθυντή τότε της Κρατικής Ραδιοφωνίας (ναι, υπήρξε τέτοια εποχή…). Το ταξίδι αυτής της εκπομπής κράτησε 37 ολόκληρα συνεχόμενα χρόνια στην ΕΡΤ (παγκόσμιο ρεκόρ αναμφίβολα) και συνεχίζεται ακόμη και σήμερα στην ίδια συχνότητα αφού μεσολάβησε ένα πέρασμά του από τον «Βήμα FM».  Είναι αδύνατο να πω έστω και περιληπτικά τι έχω μάθει από τον Πετρίδη. Είχε προσανατολίσει την εκπομπή του κυρίως στην  ποπ και ροκ μουσική, χωρίς όμως να αφήνει απέξω και άλλα είδη, όπως η σόουλ, η κάντρι, το γαλλικό και το ιταλικό τραγούδι, ακόμα και η ποιοτική ελληνική μουσική (τομέα που υπηρετούσε στη Ραδιοφωνία το άλλο «ιερό τέρας», ο Γιώργος Παπαστεφάνου). Ο πλούτος των γνώσεων, το καλό γούστο, η ισορροπημένη κριτική ματιά, τα πολυάριθμα ειδικά αφιερώματα χαρακτηρίζουν τις εκπομπές του ακόμη και σήμερα. Πάντα εξαιρετικά και έγκαιρα ενημερωμένος, χωρίς μάλιστα να έχει τότε τις δυνατότητες άντλησης πληροφοριών, που υπάρχουν απλόχερα σήμερα. Πάντα μπροστά από την εποχή του, αγκάλιασε έγκαιρα και προέβαλε τη στιγμή που έπρεπε την μεγάλη επανάσταση του πανκ και του new wave. Στήριξε τη μαύρη μουσική, όταν μέσα στη φούρια του πανκ ροκ όλοι την απαξίωναν (αλήθεια, πόσο έχουν αντιστραφεί σήμερα τα πράγματα, με το ροκ πολύ λίγοι ασχολούνται πλέον…). Με παθολογική αγάπη για τον κινηματογράφο και πάμπολλες κινηματογραφικές αναφορές στις εκπομπές του. Κάτοχος μιας από τις μεγαλύτερες συλλογές δίσκων παγκοσμίως. Του δόθηκε το προσωνύμιο του «Έλληνα Τζον Πηλ», για την ομοιότητα με το μακαρίτη πλέον μουσικό δημοσιογράφο του BBC σε ό,τι αφορά τη μακροβιότητα της εκπομπής του και την ανακάλυψη νέων καλλιτεχνών. Είναι ένας από τους 50 εκλέκτορες διεθνώς,  που ψηφίζουν κάθε χρόνο για την είσοδο καλλιτεχνών στο «Rock and Roll Hall Of Fame». Για πολλά χρόνια ήταν εκδότης του περιοδικού «Ποπ και Ροκ», το πρώτο που κάλυψε το τεράστιο για την Ελλάδα κενό της μουσικής ενημέρωσης. Αργότερα ασχολήθηκε και με τη μουσική βιομηχανία ως διευθυντής της δισκογραφικής εταιρείας Virgin στην Ελλάδα, προωθώντας σημαντικά ελληνικά συγκροτήματα όπως οι «Τρύπες».  Θα μπορούσα να γράφω για μέρες ολόκληρες για τον Πετρίδη. Πρωτογενής παραγωγή  πολιτισμού στην καλύτερη εκδοχή της, μακριά από τη χυδαιότητα και την ευτέλεια γούστου που μας περιβάλλει. Όλα αυτά με ήθος, ευγένεια, αξιοπρέπεια και εγκυρότητα. Διαβάστε τις πολλές συνεντεύξεις του, που υπάρχουν στο διαδίκτυο και όσοι δεν τον ξέρετε θα καταλάβετε ότι πρόκειται για ένα μοναδικό πολιτιστικό κεφάλαιο της χώρας μας, ένα φαινόμενο που ξεκίνησε πριν από 43 χρόνια και συνεχίζει.  Του οφείλω ότι έμαθα να ακούω μουσική, να ανακαλύπτω καινούργια πράγματα και να έχω ανοιχτό πνεύμα ακρόασης και βίωσης της μουσικής.

Αργύρης Ζήλος:  Επέδρασε στη μουσική μου γνώση μέσα από το ραδιόφωνο με την εκπομπή του «Απόηχοι» και από τις δισκοκριτικές του στο περιοδικό «’Ηχος» μαζί με μια ομάδα σπουδαίων συνεργατών του, που έγραφαν επίσης εκεί (Κώστας Λυμπερόπουλος, Νίκος Διαμαντόπουλος, Ηλίας Φράγκος, κ.α.). Στη δεκαετία του ΄80 ο «Ήχος» δεν ήταν παρά το απόλυτο «ευαγγέλιο», για όποιον παρακολουθούσε την εναλλακτική και ανεξάρτητη σκηνή του ροκ. Ο Αργύρης Ζήλος με κριτήριο όχι αλάθητο -αλλά συνήθως σωστό- ήξερε να ανακαλύπτει άγνωστα διαμάντια, «σκάβοντας» με υπομονή μεταλλωρύχου σε ορυχείο. Το φόρτε του ήταν τα άγνωστα και περίεργα. Από αυτόν άκουσα και αγάπησα συγκροτήματα και καλλιτέχνες όπως οι “Deep Freeze Mice”, οι “Sad Lovers and Giants”, οι “Bron Area”, οι “Mission of Burma”, οι “Punishment of Luxury”, οι “Fehlfarben”, οι “Mecano”, οι “Einstürzende Neubauten”, οι “Green On Red”, οι “Dream Syndicate”  και άπειροι άλλοι, που ποτέ φυσικά δεν έγιναν γνωστοί και διάσημοι. Στην εκφώνησή του στο ραδιόφωνο ήταν ψυχρός και ανέκφραστος, όμως αυτά που έλεγε και κυρίως οι μουσικές που έπαιζε σε υποχρέωναν να μην ξεκολλάς το αυτί σου από εκεί. Παράλληλα αποτελούσε την επιτομή του κριτικού δίσκων:  μεθοδικά και συστηματικά παρακολουθούσε τη δισκογραφία του ροκ  και οι κριτικές του ήταν «φόβος και τρόμος», καθώς δε χάριζε κάστανα:  αυστηρός, οξύς και ενίοτε ειρωνικός όταν απέρριπτε κάτι, συγκρατημένα θετικός και ποτέ ενθουσιασμένος με ότι του άρεσε (εγώ τουλάχιστον ποτέ δεν τον θυμάμαι ενθουσιασμένο). Είναι ένας από τους πιο ευρηματικούς «ατακαδόρους» όλων των εποχών !  Αγαπημένη μου ατάκα του : «Αν αυτή είναι η φάτσα του μέσου γερμανού διασκεδαστή, να μια χώρα που πρέπει κανείς να διασχίσει αυστηρά με αεροπλάνο», αναφερόμενος σε ένα εξώφυλλο δίσκου γερμανικού συγκροτήματος !!!  Πέρασαν  πολλά χρόνια από τότε που ο Αργύρης Ζήλος δεν ακούγεται πια στο ραδιόφωνο και αυτό είναι απώλεια. Όμως έχει δημιουργήσει ένα άλλο κοινό, που παρακολουθεί πιστά τις κριτικές του στο περιοδικό «Αθηνόραμα». Εκεί βέβαια ασχολείται με οτιδήποτε υπάρχει -ποιοτικό ή μη- ακόμη και με το λεγόμενο «σκυλολόι». Φυσικά διαπρέπει με μοναδικές ατάκες, που έμειναν στην ιστορία, καθώς είναι πιθανόν ο μοναδικός, που μπορεί να γράψει (αρνητική βέβαια) κριτική δίσκου με δύο λέξεις. Παράδειγμα: ΠΑΝΟΣ ΚΙΑΜΟΣ – «Γύρνα σε μένα» Δε σφάξανε!   ή  ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΗΛΙΑΔΗ – «Ποτέ δεν έφυγες»  Ποτέ δεν ήρθα! – ΝΟΤΗΣ ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ – «Κοινωνία ώρα…7» Στο εξώφυλλο απουσιάζει η μορφή του τραγουδιστή. Να γινόταν το ίδιο ως δια μαγείας και με τη μουσική του!   Ας είναι …. Προσωπικά του οφείλω το ότι με έμαθε να ερευνώ τη μουσική και να εκτιμώ πράγματα έξω από τα καθιερωμένα και προφανή. Ακόμη-εξ αντιδιαστολής- με έμαθε να μην είμαι τόσο αυστηρός με την καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά να προσπαθώ να εκτιμώ και να διαβλέπω το δημιουργικό κίνητρο με επιείκεια.

Νίκος Σαββάτης:  Η εκπομπή του Νίκου Σαββάτη «Διαδρομές» στο ραδιόφωνο στα μέσα της δεκαετίας του΄80 πέρασε από πολλούς απαρατήρητη. Όμως, ήταν μια εξαιρετικά πρωτοποριακή προσπάθεια εισαγωγής του ελληνικού κοινού στη μαύρη μουσική καθώς και σε αυτό, που αργότερα όλοι έμαθαν με τη γενική ταμπέλα του «έθνικ».  Έτσι λοιπόν, κάθε μεσημέρι Κυριακής 4-5, τα ερτζιανά πλημμύριζαν με τους ήχους της σόουλ, της τζαζ, του φανκ, της ρέγγε, του ραπ (το μετέπειτα πανίσχυρο χιπ-χοπ), μουσικές της  Αφρικής, της Καραϊβικής, της Βραζιλίας, της Κούβας … Ένα πολύχρωμο ηχητικό καλειδοσκόπιο και μάλιστα όχι δομημένο θεματικά αλλά με τις μουσικές ανακατεμένες από το ένα είδος στο άλλο, χωρίς αυτή η μίξη να ξενίζει καθόλου. Και όλα αυτά με μια παρουσίαση, θετική, ανοιχτόκαρδη, οικεία, σαν όλες αυτές οι πρωτόγνωρες μουσικές να ήταν μέρος της ζωής μας από χρόνια. Ολόκληρη η εκπομπή έβγαζε προς τα έξω έναν αέρα  κατάφασης, ένα τεράστιο «ναι» στη ζωή και τη μουσική, καθώς και την αίσθηση ότι ο κόσμος είναι ένας και πολύ μικρός. Συνεπώς μπορούμε, αν θέλουμε να ανοίξουμε τα αυτιά μας και την καρδιά μας και να τον κάνουμε δικό μας μέσα από τη μουσική του !!!  Είναι απίστευτο πραγματικά πόσο μπροστά ήταν αυτή η εκπομπή από την εποχή της. Ο Νίκος Σαββάτης με μοναδική διορατικότητα είχε ήδη πρόωρα βρεθεί στην πρωτοπορία των μουσικών εξελίξεων πριν κάν αυτές εκδηλωθούν από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Έτσι, όσοι τον παρακολουθούσαμε, είμαστε έτοιμοι, όταν εκδηλώθηκε το διπλό τσουνάμι, το οποίο ακολούθησε. Μας είχε προειδοποιήσει με τον τρόπο του για την έκρηξη και κυριαρχία της μαύρης μουσικής, που συνεχίζεται αυξανόμενη μέχρι σήμερα και για την ανάδειξη των μουσικών του Τρίτου Κόσμου, πριν ακόμη ξεκινήσουν οι σχετικές «σταυροφορίες» με τις εξειδικευμένες εταιρείες του Πήτερ Γκάμπριελ (Real World) και του Ντέιβιντ Μπερν (Luaka Bop). Κάποια στιγμή όμως ο Νίκος Σαββάτης -δυστυχώς για εμάς τους λίγους, που αγαπήσαμε τις ανοιχτόκαρδες, χρωματιστές εκπομπές του- εγκατέλειψε εντελώς εδώ και πάρα πολλά χρόνια το ραδιόφωνο και αφιερώθηκε στη μελέτη και διδασκαλία της θεωρίας και ιστορίας του κινηματογράφου, καθώς και τη συγγραφή σεναρίων. Αναζητώντας στο διαδίκτυο τα ίχνη του βρίσκει κανείς εκπληκτικές αναλύσεις και εισηγήσεις του για κινηματογραφικά θέματα. Εγώ του οφείλω ένα τεράστιο κομμάτι του μουσικού «ευ ζην» μου και μάλιστα το χρονολογικά πιο πρόσφατο, καθώς μου μετέδωσε το πνεύμα της αγάπης για την «πιο καυτή μουσική», όπως έλεγε ο ίδιος στην προμετωπίδα της εκπομπής του.

Μια ένεση θετικής ενέργειας

Σχεδίαζα να γράψω  ένα άρθρο για τη σχέση Γραφικότητας και Πολιτικής με αφορμή πολλά συμπτώματα που βλέπουμε γύρω μας. Όμως ένιωσα να πνίγομαι. Πάλι μιζέρια; Πάλι γκρίνια; Πάλι μαυρίλα ; Μου φάνηκε πολύ να αφιερώσω το υπέροχο χθεσινό απόγευμα σε κάτι θλιβερές υπάρξεις πολιτικών, που μας ταλαιπωρούν αισθητικά και πραγματικά με την αχρειότητά τους.  Τελικά, ναι, «Ζουν ανάμεσά μας» !!! Μέγιστε Τζον Κάρπεντερ, το είχες ήδη προφητεύσει εδώ και χρόνια με την ταινία σου «They Live». Όχι μόνο ζουν ανάμεσά μας αλλά είναι και πολλοί οι εξωγήινοι …

Έτσι, προτίμησα να φορέσω τα αθλητικά μου παπούτσια και να πάω για τρέξιμο δίπλα στη λίμνη. Όταν ξεκίνησα τη διαδρομή, που φυσικά ήταν υπέροχη, έβαλα το mp3 player στην επιλογή «random» και ο καλός Θεός των δρομέων με πήγε εκεί που έπρεπε:  Σε μια συλλογή με μουσική από το Μάλι. Με τις πρώτες νότες από το «Tenhert» των Tinariwen, το λιμναίο τοπίο χάθηκε γύρω μου και βρέθηκα να τρέχω μέσα στο ηλιοβασίλεμα στην απεραντοσύνη της Σαχάρας και δίπλα μου να περνούν οι μεγαλόπρεπες, περήφανες  φιγούρες των Τουαρέγκ πάνω στις καμήλες τους.

img_5405

Ταξίδι με όλη τη σημασία της λέξης, ταξίδι των αισθήσεων, του νου, του σώματος. Απόδραση σε ένα άλλο σύμπαν κυριολεκτικά. Και τι δεν άκουσα !!! Αφού εξάντλησα ότι υπήρχε στο playlist από μπλουζ της ερήμου με τις φονικές κιθάρες των Τουαρέγκ και τα ονειρικά φωνητικά  (Tinariwen, Toumast, Terakaft, Tartit, Tamikrest), πέρασα στους υπόλοιπους θρύλους της μουσικής του Μάλι: τον πατριάρχη Άλι Φάρκα Τουρέ (Ali Farka Toure), που έφυγε και  λείπει τόσο πολύ από τον κόσμο της παγκόσμιας μουσικής . Tους υπέροχους Αμαντού και Μαριάμ (Amadou et Mariam), ένα ζευγάρι εκ γενετής τυφλών, που κάνουν την πιο φωτεινή μουσική που μπορείς να φανταστείς. Tο «αηδόνι» του Μάλι, την Ουμού Σανγκαρέ (Oumou Sangare). Tο μοναδικό Σαλίφ Κεϊτά (Salif Keita), που έχει εμφανιστεί πολλές φορές και στην Ελλάδα. Tον μάστερ του έγχορδου κόρα Τουμάνι Ντιαμπατέ (Toumani  Diabate). Τη ντίβα Ροκία Τραορέ (Rokia Traore). Το σύγχρονο μεγάλο σταρ Μπασεκού Κουγιατέ (Bassekou Kouyate). Προς το τέλος της διαδρομής έκανα μια μικρή παράκαμψη στη Νιγηρία και έβαλα για το κλείσιμο του ταξιδιού ένα πραγματικό δυναμίτη:  το “Let’s start” του μυθικού Φέλα Κούτι  (Fela Kuti) σε ζωντανή ηχογράφηση με τον Τζίντζερ Μπέικερ στα κρουστά. Εκτόνωση υψηλών οκτανίων !!!

Το Μάλι είναι μια από τις πιο φτωχές  χώρες του πλανήτη. Νομίζω όμως ότι είναι η πλουσιότερη χώρα του κόσμου σε μουσική. Είναι αδιανόητος ο αριθμός των καταπληκτικών μουσικών και συγκροτημάτων παγκόσμιας ακτινοβολίας,  που προέρχονται από μια τόσο μικρή και φτωχή χώρα.

tinariwen2
Tinariwen
tumblr_lb6cj7w3sA1qzn0deo1_1280
Ali Farka Toure
amadou-mariam
Amadou et Mariam
Toumani Diabate - Portrait Session
Toumani Diabate
Rokia_Traoré-03
Rokia Traore
23-bassekou-zoom
Bassekou Kouyate

Δυστυχώς από το 2012 και μετά το βόρειο τμήμα του Μάλι ελέγχεται από φανατικούς ισλαμιστές, που έχουν επιβάλει τη σαρία και έχουν απαγορεύσει κάθε είδος μουσικής. Έτσι λοιπόν, πολλοί από τους σπουδαίους αυτούς μουσικούς έχουν αναγκαστεί να εκπατριστούν είτε μέσα στη χώρα τους είτε στο εξωτερικό.  Θύμα αυτής της κατάστασης είναι και το παγκόσμιας φήμης  Φεστιβάλ της Ερήμου, που γινόταν κάθε χρόνο στο Τιμπουκτού και φιλοξενούσε πολλούς από αυτούς τους καλλιτέχνες σε μια  πολύχρωμη, καταπληκτική συνάντηση μουσικής δημιουργίας και παράδοσης . Αλλά ας μη χάνουμε την ελπίδα μας…  Μπορεί αυτό το μεγάλο μας ταξιδιωτικό και μουσικό απωθημένο κάποτε να γίνει πραγματικότητα !!! Δεν πειράζει να ονειρευόμαστε…

5544637416_65c859dbf9

Ο Μικρός Πρίγκηπας που δεν έγινε ποτέ Βασιλιάς γιατί ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο

prince

Άκουσα πρώτη φορά για τον Prince το 1982 από (που αλλού;) την εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη στο ραδιόφωνο. Είχε κυκλοφορήσει τότε το πέμπτο άλμπουμ του το περίφημο «1999». Είχα εντυπωσιαστεί από μια φράση του Πετρίδη που ήταν από τότε μεγάλος φαν του Prince. Είχε πει ότι «τηρουμένων των αναλογιών ο Prince είναι για την εποχή μας ότι ήταν ο Μότσαρτ για τη δική του εποχή», εννοώντας ότι ένας τόσο νέος σε ηλικία καλλιτέχνης παρήγαγε ακατάπαυστα τόση σπουδαία μουσική σε τόσο μικρό διάστημα. Έπειτα από τόσες δεκαετίες νομίζω ότι εκ του αποτελέσματος η εκτίμηση εκείνη (όσο βλάσφημη κι αν ακούγεται ενδεχομένως) δικαιώνεται απόλυτα. Ο Prince όχι μόνο μας χάρισε απίστευτη μουσική αλλά κυριολεκτικά άλλαξε γύρω του το μουσικό σύμπαν. Η επίδραση που έχει ασκήσει σε όλους ανεξαίρετα τους σημερινούς μουσικούς, ιδιαίτερα στο χώρο του R n’ B αλλά και στην ποπ, το ραπ, το ροκ. Αρκεί ν’ ακούσει κανείς σημερινούς δίσκους, όπως το εξαιρετικό «Black Messiah» του D’Angelo για να δει ολοφάνερα την επιρροή του ιδιοφυούς νάνου από τη Μινεάπολη.

Τι να πρωτοθυμηθώ από τον Prince (όλως ενδεικτικός κατάλογος) :

Τις εκπληκτικές ζωντανές του εμφανίσεις. Όπως άκουσα και το βρήκα πολύ πετυχημένο: ήταν μια μικροσκοπική φιγούρα, που πάνω στη σκηνή μεταμορφωνόταν σε ένα μεγαλόπρεπο γίγαντα, που έκανε ότι ήθελε κυριολεκτικά. Από τις αμέτρητες εκπληκτικές συναυλίες του έχει μείνει στην ιστορία εκείνη στο ημίχρονο του τελικού του Super Bowl του 2007, όταν παρά τις … ικεσίες των διοργανωτών περί του αντιθέτου ανέβηκε στη σκηνή υπό καταρρακτώδη βροχή και κεραυνούς να πέφτουν ολόγυρα και έδωσε τα ρέστα του αψηφώντας τα στοιχεία της φύσης.

Την «αυλή του». Γύρω του και από τα στούντιο Paisley Park, που ο ίδιος δημιούργησε στην συνήθως παγωμένη και θαμμένη κάτω από το χιόνι Μινεάπολη,  ξεπήδησε μια στρατιά περισσότερο ή λιγότερο γνωστών μουσικών και συγκροτημάτων, που έγραψαν ιστορία στο χώρο της μαύρης μουσικής αλλά και πιο πέρα. Ο κατάλογος δεν έχει τέλος: Alexander O’Neal, Vanity, Sheila E., Jimmy Jam, Terry Lewis, Sheena Easton, Jill Jones, Eric Leeds, το σούπερ συγκρότημα των Time και η αδυναμία μου το μυστηριώδες τζαζ-φανκ συγκρότημα Madhouse, που ποτέ δεν αποκαλύφθηκε η ταυτότητά τους και τα κομμάτια των δίσκων τους είχαν για τίτλους απλά αριθμούς. Ακόμη κοντά στον Prince βρήκαν σε δύσκολες γι’ αυτούς εποχές καλλιτεχνική στέγη θρύλοι όπως ο μέγιστος George Clinton και η τρομερή Mavis Staples. Η ιστορία του Paisley Park Studio νομίζω ότι κάποια στιγμή στο μέλλον θα γυριστεί ταινία καθώς δεν έλειψαν εκεί μέσα οι μηχανορραφίες, οι βεντετισμοί και οι ίντριγκες.

Το απαράμιλλο γούστο του στις γυναίκες. Αν και ο ίδιος έδινε συχνά την αίσθηση του ανδρόγυνου, περιτριγυριζόταν από πανέμορφες γυναικείες παρουσίες, πολλές από τις οποίες ήταν και εξαιρετικές μουσικοί, όπως η πασίγνωστη σαξοφωνίστρια Candy Dulfer.  Στις συναυλίες, στα εξώφυλλα των δίσκων, στα βιντεοκλιπ, στις ταινίες, οι κυρίες που εμφανίζονται είναι όλες ανεξαιρέτως «πέντε αστέρων».

Το εξωφρενικό γούστο του στα ρούχα. Όπως και ο David Bowie, είχε το μαγικό χάρισμα οτιδήποτε φορούσε πάνω του να ταιριάζει απόλυτα, ακόμη και αν ήταν αντικειμενικά απαράδεκτο. Από τους καλλιτέχνες που δημιούργησαν μόδα και στυλ προωθώντας τα στα άκρα με διάθεση πάντα ευφάνταστη, παιχνιδιάρικη και πολύχρωμη.

Την τάση του για σύμβολα, συντομογραφίες και  υπονοούμενα. Υπάρχουν τραγούδια του που για να διαβάσεις τους στίχους πρέπει να αποκρυπτογραφήσεις τα διάφορα «ιερογλυφικά» δικής του εμπνεύσεως  που παρεμβάλλονται ανάμεσα στις λέξεις.

Τους στίχους του. Είναι φυσικά απέραντο το πεδίο της στιχουργικής του και όχι όλο εξαιρετικής ποιότητας.  Σε κάθε περίπτωση όμως τραγούδια με πολύ δυνατούς στίχους, τραγούδια με έντονη, απροκάλυπτη σεξουαλικότητα και ερωτισμό (Diamonds And Pearls), τραγούδια με βαρυσήμαντα πολιτικά και κοινωνικά μηνύματα (Sign O’The Times), αλλά και απλά πανέμορφα ποπ/σόουλ/φανκ κομψοτεχνήματα.  Σε κάθε περίπτωση εδώ και πολλά χρόνια, όταν έχω κέφια και τραγουδάω (δυστυχώς αυτό συμβαίνει όλο και πιο αραιά) έτσι χωρίς να υπάρχει αφορμή πιάνω τον εαυτό μου ασυναίσθητα να ψιθυρίζει στίχους από το “Purple Rain”, το “Kiss”, το “Raspberry Beret”, το “When The Doves Cry”, το “Another Lover”, το “Little Red Corvette”, το “Controversy”, το “Under The Cherry Moon” το “Sign O’ The Times” …

Τα καπρίτσια του γύρω από το όνομά του. Με αφορμή τη διαμάχη του με την πρώτη του δισκογραφική εταιρεία (Warner), από τον εναγκαλισμό της οποίας ήθελε να απαλλαγεί (στο τέλος γύρισε ξανά σ’αυτή…) άρχισε μια ολόκληρη ιστορία για το όνομά του. Στην αρχή δήλωσε ότι θέλει επισήμως να τον λένε «Ο καλλιτέχνης που ήταν προηγουμένως γνωστός ως Prince» (μοιάζει λίγο με την ιστορία της FYROM μου φαίνεται). Μετά αντικατέστησε το όνομά του με ένα σύμβολο δικής του επινόησης κ.ο.κ. Φοβεροί βεντετισμοί που θα έμοιαζαν γελοίοι αν τους έκανε άλλος, στον Prince όμως πήγαιναν γάντι.

Τη μαγεία της μουσικής του. Έπαιζε 27 όργανα. Ήταν απίστευτος κιθαρίστας. Συνέθετε με χαρακτηριστική άνεση τραγούδια και μουσική σχεδόν όλων των ειδών. Μουσική παιχνιδιάρικη, ιντριγκαδόρικη, χορευτική, μελωδική, ερωτική, πειραματική, οτιδήποτε μπορεί κανείς να σκεφθεί. Πληθώρα τραγουδιών του έγιναν πασίγνωστα από άλλους καλλιτέχνες όπως το “I Feel For You” της Chaka Khan και το “Nothing Compares To You” της Sinead O’Connor.

O Prince λοιπόν την … έκανε. Όμως δεν έχουμε ξεμπερδέψει μαζί του. Τα όσα άφησε πίσω του θα καθορίζουν τη μουσική για τα επόμενα τουλάχιστον πενήντα χρόνια. Η μακριά σκιά του τρομερού αυτού κοντοπίθαρου θα εξακολουθήσει να μας «καταδυναστεύει» ευχάριστα.